Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Σάββατο κλόουν τη Κυριακή νεκρός...

Κάθε αρχή και δύσκολη, κι η δική μου δυσκολότερη. Γιατί ο λόγος που είπα να δοκιμάσω μήπως μιλώντας ηρεμήσω, πρώτον δεν είναι ευχάριστος και δεύτερον δεν είναι καλός.

Η σχέση μου με τον πατέρα μου: άπειροι τσακωμοί και πάλι τσακωμοί με ταυτόχρονη γνώση του ότι πεθαίνει για εμένα και για το καλό μου, συνδυασμένη με ένα ανάμεικτο αίσθημα ενοχής κι αποδοχής και μία απορία: εγώ έχω καταλάβει από νωρίς ότι αγαπιόμαστε πολύ και δεν ταιριάζουμε καθόλου σα χαρακτήρες, αυτός πότε θα το καταλάβει και θα το δεχτεί;;
Η ερώτηση όμως ρητορική κι η απάντηση δύσκολη-ή μάλλον εύκολη... Ποτέ!

Κι εκεί που έχεις αποδεχτεί όλα αυτά, τσακ σου πέφτει η μία αρρώστεια μετά την άλλη και κουράγιο να τσακωθείς δεν έχεις. Κι άντε να μην έχεις γιατί βαριέσαι, όταν δεν έχεις όμως γιατί η αρρώστια τα σκεπάζει όλα είναι καλό ή κακό;; Μας έσκασε το νέο-βόμβα την προηγούμενη Τετάρτη κι ο Χαρούλης έχει κάνει μεταστάσεις-μία ή περισσότερες.. Κι ο μαχητής κι ισάξιος αντίπαλός μου που δεν το βάζει κάτω εδώ και δεκαπέντε χρόνια, άρχισε να μου κάνει νερά. Και το περίεργο είναι ότι τώρα που επιτέλους τα βρίσκουμε και δείχνει να με έχει αποδεχτεί, τώρα με πιάνει μία στοργή για εκείνον και δεν μου αρέσει που είναι έτσι ήρεμος, κουρασμένος, μαστουρωμένος...

Κακά τα ψέμματα, εάν ο καρκίνος πέφτει σαν βόμβα, η μετάσταση είναι πυρηνική βόμβα και σε ταρακουνάει περισσότερο. Κι αυτό γιατί είχες ελπίσει ότι το νικάς. Κι ακόμα γιατί ξέρεις πάνω κάτω τι σε περιμένει...

Και ξέρετε πως αντέδρασα εγώ σε αυτό; Έγινα κλόουν! Κάνω ότι δεν τρέχει τίποτα όχι μονάχα στους άλλους αλλά και στον εαυτό μου. Αρνούμαι να σκεφτώ το τι μας περιμένει, τουλάχιστον όχι μέχρι να μάθουμε τι ακριβώς είναι. Και προετοιμάζομαι για "πόλεμο" γιατί εάν θέλεις ειρήνη αυτό πρέπει να κάνεις λέει ο πατέρας μου..

Οπότε βγήκα το βράδυ στο Γκάζι και γέλαγα ανέμελη, και πήγα την Κυριακή και χθες σε φίλους που γιορτάζανε και χόρευα και γλένταγα. Και ξυπνάω μετά την άλλη μέρα το πρωί από τα χαράματα είτε γιατί βλέπω εφιάλτες, είτε για να πάω να ανάψω κανά κεράκι, όπως μου είχανε μάθει οι παππούδες κι οι γιαγιάδες να κάνω στα δύσκολα, κι ας αμφιταλαντεύομαι στο εάν πιστεύω ή όχι. Και πατάω τα κλάμματα επειδή βγάζω τα χειμωνιάτικα και βρίσκω μπλούζες που μου έχει πάρει και δεν ξέρω εάν θα μου ξαναπάρει... Όμως μόλις βραδιάσει ο κλόουν παραμένει κλόουν... Οι ψυχολόγοι μάλλον θα το λένε άμυνα του οργανισμού, εγώ το λέω διχασμό συναισθηματικής κατάστασης..