"Μαζεύω τα συνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δε κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουράνο, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί μα το ξέρει,σωτηρία δεν υπάρχει. Δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου: ποιον να αποχαιρετήσω; τι ν'αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου,την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια' κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιον να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχωτικές λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση με τον Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγονται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη;"
Καζαντζάκης Νίκος,
Αναφορά στον Γκρέκο
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουράνο, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί μα το ξέρει,σωτηρία δεν υπάρχει. Δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου: ποιον να αποχαιρετήσω; τι ν'αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου,την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια' κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιον να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχωτικές λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση με τον Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγονται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη;"
Καζαντζάκης Νίκος,
Αναφορά στον Γκρέκο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου